ορυχείο

Σύνολο εργοταξίων, υπόγειων ή επιφανειακών, τα οποία, με τις μηχανικές εγκαταστάσεις τους, έχουν προορισμό την ανόρυξη και την εξαγωγή χρήσιμων ορυκτών. Η επεξεργασία στην οποία υποβάλλεται η μάζα του πετρώματος λέγεται εκμετάλλευση του ορυκτού. Από τεχνική άποψη, υπάρχει διάκριση σε λατομεία και μεταλλεία. Το λατομείο χαρακτηρίζεται από επιφανειακά κοιτάσματα, από την εκμετάλλευση του υλικού «εν υπαίθρω» και από τη μικρότερη εμπορική αξία του εξαγόμενου προϊόντος, σε σύγκριση με το προϊόν των μεταλλείων. Από τα λατομεία εξάγονται κυρίως ορυκτά δομής: μάρμαρο, ασβεστόλιθοι για τσιμέντο, μάργες, δομικοί λίθοι, καολίνης κλπ. Από το μεταλλείο εξάγονται μέταλλα, που βρίσκονται σε υπόγεια κυρίως κοιτάσματα, και βιομηχανικά ορυκτά, όπως άνθρακες, φωσφορικά άλατα, θείο, ορυκτό άλας κλπ., δηλαδή προϊόντα με μεγαλύτερη εμπορική αξία. Η εκμετάλλευση ενός κοιτάσματος περιλαμβάνει τρεις φάσεις: την κοιτασματολογική έρευνα, τις εργασίες προπαρασκευής και την εξαγωγή και διαλογή του μεταλλεύματος. Έρευνα. Η έρευνα αρχίζει γενικά μετά την τυχαία ανακάλυψη ενός χρήσιμου ορυκτού, που εμφανίζεται στην επιφάνεια, ή, αντίθετα, ύστερα από ορυκτολογικές ή γεωλογικές ενδείξεις. Η έρευνα έχει σκοπό να επιβεβαιώσει την ύπαρξη του μεταλλεύματος, να προσδιορίσει την έκταση των αποθεμάτων του και το κατά πόσο είναι εκμεταλλεύσιμο ή όχι. Γι’ αυτό η έρευνα και ειδικότερα ο προσδιορισμός των βεβαίων και κατά δεύτερο λόγο των πιθανών αποθεμάτων αποτελούν την κυριότερη φάση. Οι βασικές μέθοδοι έρευνας είναι η γεωλογική και η γεωφυσική μελέτη: η πρώτη αποσκοπεί στον καθορισμό από τις επιφανειακές ενδείξεις και με γεωτρήσεις των χαρακτηριστικών του κοιτάσματος που περικλείεται μέσα σε στρώματα ή σε μάζες πετρωμάτων· η δεύτερη αποσκοπεί στον καθορισμό των φυσικών χαρακτηριστικών του κοιτάσματος. Οι γεωφυσικές έρευνες περιλαμβάνουν ηλεκτρικές και ραδιοηλεκτρικές διασκοπήσεις, μετρήσεις βαρύτητας και μαγνητομετρήσεις. Οι τελευταίες, που γίνονται με μαγνητόμετρο, καθορίζουν την ένταση και τη διεύθυνση της μαγνητικής δύναμης σε ένα μεγάλο αριθμό σημείων της υπό εκμετάλλευση ζώνης και χρησιμεύουν έτσι για να διαμορφωθούν συμπεράσματα σχετικά με την ύπαρξη μαγνητικών υλικών, όπως τα μεταλλεύματα του σιδήρου, του νικελίου, του χρωμίου κλπ. Τέλος δεν πρέπει να παραλειφθούν και οι έρευνες που συντελούνται από τους ραβδοσκόπους. Αν και η ραβδοσκοπία χρησιμοποιεί πρακτικές μεθόδους χωρίς επιστημονικό χαρακτήρα, καλείται ακόμα και σήμερα να συνεργαστεί όχι μόνο στην έρευνα για υπόγεια ύδατα αλλά και για πετρέλαιο και για μεταλλευτικά κοιτάσματα. Οι έρευνες δεν περιορίζονται μόνο σε παρατηρήσεις της επιφάνειας του εδάφους, αλλά συμπληρώνονται με γεωτρήσεις, ορύγματα, ερευνητικές στοές που ακολουθούν τα ίχνη της μεταλλοποίησης, με σκοπό να βρεθούν ζώνες πλούσιες και εκμεταλλεύσιμες. Οι εργασίες αυτές, εκτός από τα όργανα, τα εξαρτήματα και τις πρώτες εγκαταστάσεις, απαιτούν μεγάλες δαπάνες που, σε περίπτωση αποτυχίας, δεν μπορεί καθόλου ή σχεδόν καθόλου να αναληφθούν. Για να είναι εκμεταλλεύσιμο ένα κοίτασμα πρέπει να περιέχει ποσότητες ικανές να διατηρήσουν σε ενέργεια το μεταλλείο για μεγάλο χρονικό διάστημα. Από αυτό προέρχεται η ανάγκη να υπολογιστεί κατά προσέγγιση ο όγκος του κοιτάσματος πριν αρχίσει η εκμετάλλευση, να γίνει οικονομικοτεχνική μελέτη καθώς και μελέτη των εγκαταστάσεων ανάλογα με την ικανότητα παραγωγής. Εργασίες προπαρασκευής. Μετά τη φάση της έρευνας, έρχεται η σειρά ορισμένων εργασιών, που έχουν ως σκοπό να καθορίσουν τα όρια του κοιτάσματος, να το διαιρέσουν σε τομείς και αυτούς σε μέτωπα διαλογής και σε εργοτάξια. Κάθε τομέας πρέπει να είναι εφοδιασμένος με τις απαραίτητες εγκαταστάσεις, δηλαδή πεπιεσμένο αέρα, νερό, ηλεκτρική ενέργεια, εξαερισμό, μεταφορικά μέσα και μέτρα ασφάλειας του εργατικού προσωπικού. Αν το κοίτασμα βρίσκεται σε μικρό βάθος, η εκμετάλλευση γίνεται με οριζόντιες βαθμίδες ή με πηγάδια. Στην περίπτωση που το κοίτασμα βρίσκεται σε μεγάλο βάθος, για να φτάσουμε στον τόπο εξαγωγής του μεταλλεύματος ανορύσσονται οριζόντιες στοές (γαλαρίες) –εάν το ορυχείο βρίσκεται σε λόφο– ή κεκλιμένες στοές έως περίπου 18° - εφόσον το κοίτασμα βρίσκεται σε μέτριο βάθος. Οι στοές ανορύσσονται με εκρηκτικές ύλες σε ομοκεντρικές οπές, που συγκλίνουν προς το κέντρο. Η πυροδότηση γίνεται ταυτόχρονα με ηλεκτρικό εκρηκτήρα. Πρώτα διανοίγονται μεγάλες εγκάρσιες στοές, από τις oποίες ξεκινούν άλλες οριζόντιες που χρησιμεύουν αρχικά για τη διερεύνηση του κοιτάσματος και μετά για τη φόρτωση, τη μεταφορά του μεταλλεύματος και τον αερισμό. Η ζώνη του κοιτάσματος που μπορεί να λειτουργήσει αυτόνομα και εξυπηρετείται από πηγάδια και εσωτερικούς μεταφορείς ονομάζεται τομέας ή πεδίο εξαγωγής. Κάθε τομέας υποδιαιρείται κάθετα σε ζώνες που καλούνται μέτωπα εξαγωγής. Εξαγωγή και διαλογή του κοιτάσματος. Είναι η ενεργή φάση που ακολουθεί τις εργασίες προετοιμασίας και έχει ως σκοπό την εξαγωγή της κατά το δυνατό μεγαλύτερης ποσότητας του υπάρχοντος στο κοίτασμα ορυκτού. Οι μέθοδοι εκμετάλλευσης ενός κοιτάσματος ποικίλλουν ανάλογα με τις συνθήκες: σε κανονικά, μεταλλικά κοιτάσματα με μεγάλη κλίση, χρησιμοποιείται η μέθοδος των διαμερισμάτων αποθήκευσης με υποστάτες, εφόσον τα τοιχώματα είναι στερεά. Το μετάλλευμα που εξορύσσεται μένει επάνω στον υποστάτη, έτσι ώστε οι εργάτες εργάζονται επάνω στον σωρό, έως ότου φτάσει σε τέτοιο ύψος ώστε να γίνει αναγκαία η εκκένωσή του από ειδικές καταπακτές. Η μέθοδος αυτή είναι αποδοτική και οικονομική. Άλλη μέθοδος, που εφαρμόζεται σε εύθραυστα μικρής αξίας μεταλλεύματα, είναι της εγκατακρήμνισης του μεταλλεύματος: αποσύρονται τα στηρίγματα από το διαμέρισμα αποθήκευσης και το μετάλλευμα γκρεμίζεται σταδιακά ή χρησιμοποιούνται εκρηκτικά. Η μέθοδος των οριζόντιων πατωμάτων, κατά την οποία γίνεται μια πρώτη διαλογή στο υποστάτη και αφήνονται επί τόπου οι άχρηστοι όγκοι που περικλείονται στο κοίτασμα, χρησιμοποιείται σε ακανόνιστα κοιτάσματα σημαντικού πάχους, που περιέχουν μετάλλευμα μεγάλης αξίας. Τέλος, υπάρχουν οι μέθοδοι των ανερχόμενων και των κατερχόμενων πατωμάτων, που δημιουργούνται μετά τη συγκρότηση του προηγούμενου πατώματος και που συνδέονται μαζί του με έναν αγωγό. Το ορυκτό, μετά την απόσπαση του από το κοίτασμα πρέπει να μεταφερθεί μέσα από τις στοές και τα πηγάδια έως τις εξωτερικές πλατείες συλλογής. Εσωτερικοί, οριζόντιοι μεταφορείς κινούνται κατά μήκος των κυρίων στοών, των εγκάρσιων και των οριζόντιων, και είναι εφοδιασμένοι με εγκαταστάσεις μικρών τρένων ντεκωβίλ και με ένα διαλογέα του υλικού, ανάλογα με τις ανάγκες και τη σημασία της διαλογής. Υπάρχουν ακόμα και χειροκίνητα βαγονέτα και άλλα που σύρονται με μηχανές ηλεκτροκίνητες ή με συσσωρευτές. Για τις οριζόντιες αυτές μεταφορές χρησιμοποιούνται επίσης ατέρμονες ιμάντες. Η μεταφορά κατά την κάθετη έννοια γίνεται με οχήματα (κλωβούς εξαγωγής), όπου τοποθετούνται ένα ή περισσότερα βαγονέτα, τοποθετημένα ανά ζεύγη, πλάγια επάνω σε διαφορετικά επίπεδα. Στην κορυφή του φρέατος υπάρχει ένας υψηλός «πύργος» ενισχυμένος με ατσάλι ή καμιά φορά από ξύλο ή και χτιστός. Ο πύργος αυτός φέρει δύο τροχαλίες επαγωγής, διαμέτρου 3-5, όπου ολισθαίνουν τα συρματόσχοινα που ανυψώνουν τον κλωβό. Η εξωτερική μεταφορά του μεταλλεύματος γίνεται γενικά με βαγονέτα ντεκωβίλ που σχηματίζουν μικρές αμαξοστοιχίες, συρόμενες με κινητήρες ντήζελ. Σε ορεινές περιοχές χρησιμοποιούνται τα τελεφερίκ. Μεγάλη σημασία για την εκμετάλλευση του ο. έχει και ο αερισμός του, απαραίτητος για να περιορίζονται οι συγκεντρώσεις των αερίων και του κονιορτού, που δημιουργούνται μέσα στις πολυάριθμες υπόγειες διακλαδώσεις, ιδιαίτερα από τις εκρήξεις. Ο αερισμός γίνεται ή με φυσικές οδούς (φουρνέλα και καμινάδες) ή τεχνητά, με σύστημα οχετών. Η συγκέντρωση των διηθουμένων υδάτων και η απομάκρυνση τους με αγωγούς ή στοές εκροής και μερικές φορές με άντληση είναι μια ακόμα εργασία μεγάλης σημασίας για τη λειτουργία του ορυχείου. Στις βοηθητικές εγκαταστάσεις του ο. είναι και το πλυντήριο, όπου πραγματοποιείται ο διαχωρισμός και η συγκέντρωση του μεταλλεύματος, αφού συντριβεί σε πιεστήριο. Ακολούθως γίνεται η διαλογή και ο διαχωρισμός του από τα άχρηστα υλικά με δόνηση. μεταλλευτικά κοιτάσματα. Είναι φυσικές συγκεντρώσεις χρήσιμων ορυκτών, των oποίων η εκμετάλλευση παρουσιάζει ιδιαίτερο οικονομικό ενδιαφέρον. Ανάλογα με την προέλευσή τους, τα κοιτάσματα αυτά υποδιαιρούνται σε τρεις κατηγορίες: μαγματικά, όταν η συγκέντρωση έγινε απευθείας κατά τη διάρκεια της στερεοποίησης του μάγματος· ιζηματογενή, όταν το ορυκτό έχει δευτερογενή προέλευση και η απόθεση του γίνεται με μηχανικές, χημικές ή βιοχημικές δράσεις· κοιτάσματα δυναμομεταμόρφωσης, όταν προέρχονται από το μετασχηματισμό άλλων ορυκτών. Κοιτάσματα εκρηξιγενούς προέλευσης. Τα κοιτάσματα του τύπου αυτού κατατάσσονται αρχικά ανάλογα με το περιβάλλον της στερεοποίησης του μάγματος, σε κοιτάσματα διείσδυσης, όταν αυτή συμβαίνει μέσα στον στερεό φλοιό της Γης, και σε κοιτάσματα έκχυσης, όταν η στερεοποίηση γίνει στην εξωτερική επιφάνεια του φλοιού. Στα πρώτα ανήκουν τα μαγματικά, τα πηγματιτικά-πνευματολυτικά και τα υδροθερμικά κοιτάσματα· στα δεύτερα, τα υδροθερμικά και τα κοιτάσμαα εξάχνωσης. Στα μαγματικά κοιτάσματα, ο αποχωρισμός της μεταλλοφόρας φάσης, οφείλεται στην κλασματική κρυστάλλωση του μάγματος, κυρίως όμως στη μαγματική διαφοροποίηση που, κάτω από ορισμένες συνθήκες, αναπτύσσεται ως απόρροια αυτής της κρυστάλλωσης. Όταν το ορυκτό είναι ομοιογενώς διασκορπισμένο μέσα στη μάζα του πετρώματος, τότε η συγκέντρωση του μπορεί να έχει γίνει με μαγματικό διαχωρισμό, ενώ όταν είναι συγκεντρωμένο σε ορισμένες ζώνες του μητρικού πετρώματος, τότε έχει προέλθει από μαγματική συγκέντρωση. Από τα κοιτάσματα μαγματικού διαχωρισμού μεγάλο ενδιαφέρον εκμετάλλευσης παρουσιάζουν τα κοιτάσματα του χρωμίτη, της πλατίνας, που συνήθως συνυπάρχει με χρωμίτη, και του αδάμαντος, όπου οι κρύσταλλοι βρίσκονται διάσπαρτοι μέσα στη μάζα που γεμίζει τις καλούμενες αδαμαντοφόρες χοάνες. Από τα κοιτάσματα μαγματικής συγκέντρωσης, μεγάλη σημασία παρουσιάζουν του μαγνητίτη. Τα πηγματιτικά-πνευματολυτικά κοιτάσματα σχηματίζονται όταν το μάγμα αποκτήσει παράγοντες μεταλλογένεσης που οδηγούν στον σχηματισμό κρυστάλλων με αξιόλογες διαστάσεις. Το μάγμα στην περίπτωση αυτή είναι εξαιρετικά ρευ στό και διαπερνά με ευκολία τις ρωγμές των προϋπαρχόντων πετρωμάτων, αποθέτοντας φλεβικά κοιτάσματα (φλέβες). Τα κοιτάσματα του τύπου αυτού μπορεί να περιέχουν αστρίους, μίκα, μοσχοβίτη, κασσιτερίτη, βήρυλλο, κορούνδιο, σπινέλλιους, χρυσοβήρυλλο, τοπάζιο, ορυκτά κασσιτέρου και σπάνιων γαιών, βολφραμίτη, μολυβδαινίτη, ορυκτά ψευδαργύρου, χαλκού και μολύβδου. Ένας ιδιαίτερος τύπος των πνευματολυτικών κοιτασμάτων είναι τα πνευματολυτικά κοιτάσματα επαφής. Στην περίπτωση αυτή το μάγμα επιδρά στα πετρώματα με τα οποία έρχεται σε επαφή κατά τη στερεοποίηση του και προκαλούνται μετασωματώσεις, δίνοντας έτσι γένεση σε κοιτάσματα πυρομετασωμάτωσης, που περιέχουν οξείδια σιδήρου, ψευδάργυρο και μόλυβδο, χαλκό και τιτάνιο. Τα υδροθερμικά κοιτάσματα δημιουργούνται όταν η θερμοκρασία του μαγματικού κατάλοιπου κατέβει κάτω από την κρίσιμη θερμοκρασία του νερού και έτσι σχηματίζονται θερμά υδατικά διαλύματα που περιέχουν διαλυμένα χρήσιμα ορυκτά, τα οποία αποθέτονται στις διάφορες διόδους των πετρωμάτων, όπου κυκλοφορεί το νερό. Στην περίπτωση αυτή τα κοιτάσματα ονομάζονται φλεβικά υδροθερμικά. Όταν τα μεταλλοφόρα διαλύματα προκαλούν μετασωματική αντικατάσταση των πετρωμάτων με τα οποία έρχονται σε επαφή, προκύπτουν υδροθερμικά κοιτάσματα αντικατάστασης. Αξιόλογα κοιτάσματα μεταλλευμάτων του τύπου των υδροθερμικών είναι του σιδήρου, του χρυσού, του χαλκού, του ψευδάργυρου, του μόλυβδου, του άργυρου, του υδράργυρου, του αντιμόνιου, του μαγγάνιου, του ουράνιου, του κοβάλτιου, του σιδηροπυρίτη και διάφορων μηχανικών ορυκτών, όπως του βαρύτη και του φθορίτη. Τα κοιτάσματα που συνδέονται με φαινόμενα έκχυσης, μπορεί να σχηματιστούν σε ρωγμές των πετρωμάτων που είναι κοντά στον τόπο στερεοποίησης του μάγματος, το οποίο βγαίνει από το φλοιό της Γης στην επιφάνεια. Τα πεπτικά συστατικά που ελευθερώνονται από το μάγμα προχωρούν αργά μέσα στην εξωτερική ζώνη του μάγματος που έχει ήδη στερεοποιηθεί, σχηματίζοντας φλέβες καθώς αφήνουν το φορτίο τους μέσα στις διόδους των πετρωμάτων. Κάτω από ορισμένες όμως συνθήκες πίεσης εκλύονται με μορφή ατμίδων, που περιέχουν μέταλλα και άλλα στοιχεία, τα οποία όταν φτάσουν στην επιφάνεια αποθέτουν το φορτίο τους με μορφή επανθημάτων, σχηματίζοντας κοιτάσματα εξάχνωσης, όπως στην περίπτωση ορισμένων συγκεντρώσεων του θείου. Ιζημοτογενή κοιτάσματα. Στην κατηγορία αυτή ανήκουν οι συγκεντρώσεις των χρήσιμων ορυκτών που δημιουργούνται μετά τη διάλυση και τη μεταφορά προϋπαρχόντων πετρωμάτων ή από χημικές και βιοχημικές δράσεις. Ένας τύπος ιζηματογενών κοιτασμάτων πολύ ενδιαφέρων είναι των αλλουβιακών προσχώσεων· πρόκειται για ορυκτά ανθεκτικά στις μηχανικές και χημικές δράσεις, και γι’ αυτό δεν υπέστησαν αλλοιώσεις κατά τη διάρκεια της μεταφοράς. Από τα προσχωματικά αυτά κοιτάσματα το μεγαλύτερο οικονομικό ενδιαφέρον παρουσιάζουν του χρυσού και της πλατίνας. Κοιτάσματα που οφείλονται σε χημικές δράσεις επάνω στην επιφανειακή ζώνη του φλοιού της Γης είναι του βωξίτη και του λατερίτη, του λαμονίτη και διάφορων οξείδιων, ανθρακικών και θειικών. Χημικά κοιτάσματα είναι επίσης αυτά που σχηματίζονται κατά την εξάτμιση ενός διαλύματος, όπως του θαλάσσιου άλατος, της γύψου, των βορικών αλάτων και του τραβερτίνη. Βιοχημικής φύσης είναι τα αποθέματα των ανθράκων, του πετρελαίου, του γκουανό, το μεγαλύτερο μέρος των ασβεστόλιθων και των δολομιτών, των φωσφοριτών, της κιμωλίας κλπ. Χημικής και βιοχημικής ταυτόχρονα προέλευσης είναι τα κοιτάσματα του θείου. Κοιτάσματα δυναμομεταμόρφωσης. Τα κοιτάσματα αυτά σχηματίζονται από την επίδραση της θερμότητας και κυρίως της πίεσης, οπότε τα συστατικά του πετρώματος υφίστανται ανακρυστάλλωση. Τα κοιτάσματα του τύπου αυτού είναι σχετικά περιορισμένα, αλλά έχουν ιδιαίτερη βιομηχανική σημασία. Τέτοια κοιτάσματα είναι του κορούνδιου, που δημιουργούνται στην επαφή μαγματικών και αργιλωδών πετρωμάτων, του γραφίτη, που προέρχεται από την ανακρυστάλλωση ανθρακούχων ουσιών, του τάλκη, που προκύπτει από τη μεταμόρφωση βασικών πετρωμάτων, του αμίαντου, του γρανάτη κλπ. Γενικά, η επιφάνεια των ορυκτών μπορεί να υποστεί τριβή και εμπλουτισμό. Στη φωτογραφία, άποψη των επιφανειακών εγκαταστάσεων ενός ορυχείου άνθρακα στο Κότρεϊβ της Μεγάλης Βρετανίας. Άποψη του συστήματος αγωγών για τη μεταφορά της απαραίτητης ενέργειας για τις σκαπτικές μηχανές, το φωτισμό, την ανανέωση του αέρα και την αποχέτευση των υδάτων. Το πατροπαράδοτο μεταλλευτικό βαγονέτο ντεκωβίλ. Ορυχείο στην Κίνα (φωτ. ΑΠΕ). Ρουμάνοι ανθρακωρύχοι σε ορυχείο στην Πετρίλα (φωτ. ΑΠΕ).
* * *
το
1. τόπος από τον οποίο γίνεται συστηματική εξαγωγή ορυκτών ή τόπος στον οποίο υπάρχουν ορυκτά που μπορεί να αξιοποιηθούν
2. η οικονομική μονάδα η οποία ασχολείται με την εξαγωγή ορυκτών από τη γη.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ὀρυχή + κατάλ. -είο (πρβλ. γραφ-είο). Η λ., στον λόγιο τ. ὀρυχεῖον, μαρτυρείται από το 1867 στον Δ. Πετρούλια].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ορυχείο — το μέρος που σκάβεται συστηματικά για την εξαγωγή ορυκτών: Ορυχείο λιγνίτη (ή λιγνιτωρυχείο), χρυσού (χρυσωρυχείο) κτλ …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ορυχείο — [орихио] ουσ. о. рудник, копь, каменоломня …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • αλατωρυχείο — Ορυχείο ορυκτού αλατιού, αλλά και γενικότερα τόπος όπου γίνεται εξαγωγή διαφόρων ορυκτών αλάτων που έχουν μεγάλη σημασία για τη βιομηχανία. Τα κοιτάσματα του αλατιού είναι κάποτε υπόγεια γιατί το ορυκτό είναι ευδιάλυτο στο νερό. Στα ορυχεία… …   Dictionary of Greek

  • ανθρακωρυχείο — Ορυχείο όπου γίνεται ανόρυξη και εξαγωγή ορυκτού άνθρακα. Τα α., ανάλογα με το είδος του άνθρακα που βγάζουν, ονομάζονται γαιανθρακωρυχεία, λιγνιτωρυχεία, λιθανθρακωρυχεία κλπ. Η ύπαρξη των κοιτασμάτων ορυκτού άνθρακα εξακριβώνεται είτε από… …   Dictionary of Greek

  • θειωρυχείο — Παράλιος ακατοίκητος οικισμός (υψόμ. 20 μ.) της Μήλου. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Μήλου του νομού Κυκλάδων. * * * το ορυχείο θείου. [ΕΤΥΜΟΛ. < θείο (ΙΙ) + ορυχείο (< ορύσσω). Το ω λόγω «εκτάσεως εν συνθέσει». Η λ. μαρτυρείται από το 1858 …   Dictionary of Greek

  • κρυσταλλωρυχείο — το ορυχείο κρυστάλλων. [ΕΤΥΜΟΛ. < κρύσταλλος + ορυχείο (< ορύττω). Το ω τού τ. οφείλεται στη λειτουργία τού νόμου τής «εκτάσεως εν συνθέσει» (πρβλ. ανθρακ ωρυχείο, χρυσ ωρυχείο). Η λ. μαρτυρείται από το 1897 στο Λεξικόν ελληνογαλλικόν τού… …   Dictionary of Greek

  • μεταλλείο — Βλ. λ. ορυχείο· μετάλλευμα· μέταλλο. * * * το (Α μεταλλεῑον) [μέταλλο] νεοελλ. 1. ο χώρος ὄπου γίνεται η εξόρυξη μεταλλεύματος και το σύνολο τών σχετικών εγκαταστάσεων, ορυχείο μετάλλων, μεταλλωρυχείο 2. μτφ. α) αυτός που έχει κάτι σε αφθονία… …   Dictionary of Greek

  • πορφυρίτης — Εκρηξιγενές πέτρωμα, που προέρχεται κυρίως από διοριτικά μάγματα. Ως προς τον ιστό, ισχύει ό,τι και στους πορφύρες, από τους οποίους οι π. διαφέρουν βασικά κατά το ότι στους πορφύρες επικρατούν οι καλιούχοι άστριοι, ενώ στους π. τα πλαγιόκλαστα.… …   Dictionary of Greek

  • Κίμπερλι — I (Kimberley). Πόλη (192.800 κάτ. το 2003) της Νοτιοαφρικανικής Δημοκρατίας, πρωτεύουσα της επαρχίας Βορείου Ακρωτηρίου (361.830 τ. χλμ., 888.390 κάτ.). Είναι χτισμένη σε υψόμετρο 1.223 μ. Η πόλη οφείλει τη δημιουργία και την ανάπτυξή της στα… …   Dictionary of Greek

  • Τυνησία — I Τυνησία Κράτος της βόρειας Αφρικής. Βρέχεται στα βόρεια και στα ανατολικά από τη Mεσόγειο, και συνορεύει στα δυτικά με την Aλγερία και στα νότια με τη Λιβύη.Tο έδαφος της Tυνησίας περιλαμβάνει το τμήμα εκείνο της Σαχάρας που εκτείνεται στα… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.